10 Αυγούστου 2013

Έρημη ενδοχώρα

erimoklisi Tου Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Προσπαθείς να περάσεις καλά. Κλείνεις έξω από τον τεχνητό μικρόκοσμο των διακοπών σου το μεγαλύτερο μέρος της πραγματικότητας – αν είσαι απ’ τους τολμηρούς που κάνουν κάποιας μορφής, έστω και μικρής διάρκειας, διακοπές-.

Πεισματάρικη η πραγματικότητα, κολλημένη σαν ρούχο πάνω σου, σ’ ακολουθεί παντού. Ούτε το σύμπαν ολόκληρο, ούτε κανείς άλλος συνωμοτεί για να σ’ απαλλάξει απ’ αυτήν. Η μόνη συνωμότρια είναι η ίδια πραγματικότητα, κρυμμένη κατά κανόνα στο πορτοφόλι σου, στην σχεδόν άδεια κάρτα σου, στη μικρή στοίβα λογαριασμών που άφησες σε μια γωνιά της κουζίνας, με την ελπίδα ότι κάποιο θαύμα θα τους εξαφανίσει, μαζί με τις υποχρεώσεις που ενσωματώνουν.
 
Εις μάτην, η τρόικα έχει γίνει απόλυτος ρυθμιστής της ζωής σου, ακόμη και στις πτυχές που τής είναι παντελώς αδιάφορες γιατί δεν έχουν προφανές οικονομικό ενδιαφέρον, «δεν έχουν λίπος».
Βολική υπεκφυγή από τη δημοσιογραφική πραγματικότητα του θέρους – τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, έγραφε ο Έκο, γιατί οι «καταναλωτές» τους λείπουν διακοπές, το ίδιο και οι περισσότεροι «παραγωγοί» ειδήσεων- η προσφυγή στις σημειώσεις διακοπών. Σ’ αυτές θα προσφύγω κι εγώ για να γεμίσω το εικονικό κενό. Ενώ εγώ λιαζόμουν ή κολυμπούσα ή έτρωγα ή διάβαζα ή κοιμόμουν ή απλώς χάζευα, ο Σαμαράς πάσχιζε να φέρει ειδήσεις από την Αμερική. Καλές ειδήσεις.
Καλές ειδήσεις δεν μας προέκυψαν, τουλάχιστον τίποτε τόσο σημαντικό ώστε να αλλάζει τη ρουτίνα των κακών ειδήσεων που δεν είναι πια ειδήσεις: τις βουτιές στις «δεξαμενές» ανθρώπινου δυναμικού προς απόλυση, τη «μεταρρυθμιστική» υστερία της τρόικας, τον κλιμακούμενο καβγά για το ελληνικό χρέος και το επόμενο κούρεμά του, τη στατιστική της καταστροφής που τίποτε δεν φαίνεται ικανό να τη διακόψει ακόμη και τον Αύγουστο που ’ναι παχιές οι μύγες. Έτσι, οι σημειώσεις των διακοπών αποκτούν μια κάποια αξία. Πολύ περισσότερο που αρκετοί δεν έχουν την πολυτέλεια ούτε των διακοπών ούτε των σημειώσεων.

Πολύ μεγάλος πρόλογος, ας τον κόψουμε εδώ. Είμαι, λοιπόν, σε ένα μικρό και σχετικά απομονωμένο παραθεριστικό χωριό. Διέσχισα σχεδόν όλη την ανατολική Πελοπόννησο για να φτάσω, υποθέτοντας ότι η μακρά, αόρατος χειρ της τρόικας αδυνατεί να φτάσει ως εδώ.
Αλλά, η τρόικα είναι πανταχού παρούσα, με τρόπους που οι άνθρωποί της δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια το χωριό διέθετε τακτική ακτοπλοϊκή σύνδεση με Πειραιά τα καλοκαίρια, που αντιστάθμιζε τη σχετικά δύσκολη οδική πρόσβαση. Από την οικιστική ανάπτυξη του χωριού αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι κάτοικοί του επέλεξαν μια προσεγμένη τουριστική επέκταση. Τίποτα κραυγαλέο, καμιά φιλοδοξία να συναγωνιστούν τον τουρισμό των νησιών, καμιά πρόθεση να ανεχτούν ορδές τουριστών που επιβάλλουν τερατώδη πολεοδόμηση και περιβαλλοντικά εγκλήματα. Κάποιο ρόλο σ’ αυτό έχει παίξει προφανώς ότι αρκετοί από τους καλοκαιρινούς κατοίκους του χωριού είναι άνθρωποι που στο παρελθόν αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, κυρίως στις ΗΠΑ. Επομένως, σήμερα έχουν την πολυτέλεια να διατηρούν ιδίοις αναλώμασι το χρώμα και το minimal τουριστικό μοντέλο του χωριού.

Τον ανυποψίαστο επισκέπτη του χωριού που έχει διανύσει περίπου 300 χιλιόμετρα τον περιμένουν δυο σοκ:

το πρώτο, ευεργετικό, η θέα του πελάγους, που ξαφνιάζει έπειτα από μια ορεινή διαδρομή σε υψόμετρο μέχρι και 800 μέτρα.

Το δεύτερο, δυσάρεστο, η έλλειψη βενζινάδικου σε ακτίνα 50 και πλέον χιλιομέτρων. Με σχεδόν στραγγισμένο το ντεπόζιτο, μαθαίνεις ότι η πινακίδα που προαναγγέλλει βενζινάδικο σε 500 μέτρα είναι παραπλανητική. Το βενζινάδικο έκλεισε στα χρόνια του μνημονίου. Για να ξαναγεμίσεις καύσιμα πρέπει να κάνεις μια διαδρομή περίπου 100 χιλιομέτρων και δύο ωρών πήγαινε- έλα, άρα να κάψεις το ένα πέμπτο του καυσίμου με το οποίο θα γεμίσεις. Πράγμα που σημαίνει ότι πληρώνεις 20% παραπάνω την τιμή του καυσίμου ανά λίτρο.

Όσοι θεωρούν ότι αυτό είναι μια πολυτελής παρατήρηση ενός μυγιάγγιχτου Αθηναίου που θέλει να τον ακολουθεί η παγκόσμια αγορά αγαθών και υπηρεσιών όπου και όποτε μετακινηθεί, καλύτερα να ρωτήσουν τους ντόπιους. Ένα δίκτυο δεκάδων χωριών και οικισμών της περιοχής στην Νότια Πελοπόννησο εξυπηρετείται από λίγα πρατήρια καυσίμων σε απόσταση δεκάδων χιλιομέτρων το ένα από το άλλο. «Είχε και το τάδε χωριό», σε πληροφορούν οι κάτοικοι, «αλλά έκλεισε. Δεν έβγαινε…»

Κι αν εσένα, ως παραθεριστή, σε ενοχλεί αυτή η δυσχέρεια γιατί κοστίζει και σού χαλάει τη ραστώνη του Αυγούστου, αναρωτιέσαι τι σημαίνει για την καθημερινότητα των ντόπιων, για τους οποίους το αυτοκίνητο είναι μέσο επιβίωσης, όχι απλά μετακίνησης. Γιατί, το χειρότερο δεν είναι ότι η κρίση, δια χειρός τρόικας, αραίωσε τα πρατήρια καυσίμων – και η αόρατος χειρ της αγοράς δεν τα αναπλήρωσε. Το χειρότερο είναι ότι αραίωσε και τα φαρμακεία- εδώ η ακτίνα «βολής» φτάνει κατά τους υπολογισμούς μου στα 80 χιλιόμετρα-, σχεδόν εξαφάνισε τα κέντρα υγείας, έκλεισε σχολεία κι εξαφανίζει με επικίνδυνη ταχύτητα την πρόσβαση σε στοιχειώδη αγαθά και υπηρεσίες, κρατικές ή ιδιωτικές. Εδώ έρχεται και κουμπώνει σχεδόν σαν προμελετημένο έγκλημα η αντι-μεταρρύθμιση του Καλλικράτη που αποψίλωσε πριν η τρόικα καν το ζητήσει την ενδοχώρα της ελληνικής υπαίθρου από τα λιγοστά ίχνη κρατικής διοίκησης. Ούτε αγορά, ούτε κράτος.

Ο κάτοικος της πόλης, που υποψιάζεται ότι η ύπαιθρος έχει «περισσότερο λίπος» κι ότι θα αντέξει καλύτερα στα επόμενα κύματα της κρίσης και της μεταρρυθμιστικής λαίλαπας, που ελπίζει ότι η έρημη ενδοχώρα ίσως αποτελέσει καταφύγιο επιβίωσης και για τον ίδιο κάποια στιγμή, δεν υποψιάζεται το ιδιότυπο ισοζύγιο ταλαιπωρίας μεταξύ πόλης και χωριού που διαμορφώνεται.  

Ό,τι για τον ίδιο υπάρχει σε κάποια αφθονία, αλλά με απαγορευτικό κόστος στην πόλη, στο χωριό απλώς δεν υπάρχει ή πληρώνεται με το επίσης απαγορευτικό κόστος μακρινών μετακινήσεων μέχρι την πλησιέστερη κωμόπολη. Αυτό το έλλειμμα, που το καλοκαίρι απαλύνεται αισθητά για λίγους μήνες λόγω τουρισμού, όλο τον υπόλοιπο χρόνο καλύπτεται κυρίως από τους μηχανισμούς αυτάρκειας και αλληλεγγύης των κατοίκων της έρημης ενδοχώρας. Στο χωριό, ιδιαίτερα στο απομακρυσμένο χωριό, δεν μπορείς να πεις «πετάγομαι για τσιγάρα, πάω μια στιγμή στο φαρμακείο, πάω μέχρι το σούπερ μάρκετ, παράγγειλε μια πίτσα». Υπάρχουν εκατοντάδες χωριά κυριολεκτικά σβησμένα από τον χάρτη της αγοράς και του κράτους. Και συχνά δεν διανοούμαστε πόσο σκληρό μπορεί να είναι το τίμημα της γραφικότητάς τους ή του ειδυλλιακού τοπίου που τα περιβάλλει, τα οποία εμείς «καταναλώνουμε» ως τουρίστες.

Όσοι, λοιπόν, φαντάζονται πως είναι μια λύση η από-αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, και ονειρεύονται κύματα φυγής που θα αναζωογονήσουν τα χωριά και θα ζωντανέψουν τη γη, θα πρέπει να υπολογίζουν πολλές δεκαετίες σύνθετων παρεμβάσεων για να γίνει ελάχιστα ελκυστική αυτή η στροφή. Μεταξύ άλλων, τα μνημόνια, η τρόικα και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της κρίσης αναβιώνουν και απογειώνουν την αντίθεση πόλης και χωριού, με τρόπους αδιανόητους στην εποχή της «τρίτης βιομηχανικής επανάστασης». Προκαλούν μιαν οπισθοδρόμηση πολλών δεκαετιών.

Ίσως θα ήταν χρήσιμο οι εγχώριοι ξεναγοί της τρόικας να προσφέρουν στα στελέχη της κι ένα τουριστικό καψώνι στην έρημη ελληνική ενδοχώρα. Να τους αφήσουν, για παράδειγμα, χωρίς βενζίνη στην απελευθερωμένη αγορά καυσίμων ενός επαρχιακού οδικού δικτύου. Ή χωρίς πλοίο στα νησιά της άγονης γραμμής. Διότι στα δρομολόγια μεταξύ Κολωνακίου και Καραγιώργη Σερβίας δεν πρόκειται να πάρουν πρέφα ποια ακριβώς χώρα «μετασχηματίζουν». Αν υποθέσουμε ότι τους ενδιαφέρει στο ελάχιστο, φυσικά…


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι/
και παραπάνω/
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει./
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι/
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα/
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη./
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές/
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά/
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει./
Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,/
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε./
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη/
και ξεδιπλώνει μίαν απέραντη γαλήνη./
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα/
και το παίξαμε στα ζάρια./
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.


Γιώργου Σεφέρη, «Μποτίλια στο πέλαγο» (Μυθιστόρημα ΙΒ΄)

από τον «Επενδυτή»


el gato (admin)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ