24 Αυγούστου 2013

TERRA INCOGNITA: Της ανάγκης τα θρανία και ο πάντα επίκαιρος Δ. Γληνός…(Διαβάστε το)

glhnos Του Μάκη Γεωργιάδη

Πρέπει να ήταν βαρύς ο χειμώνας του 1981. Κάποια γεγονότα χαράσσονται στην παιδική μνήμη ανεξίτηλα παίρνοντας άλλες φορές γιγάντιες διαστάσεις και άλλοτε ένα ελάχιστο χώρο. Ένα αχνό αποτύπωμα που με το διάβα των χρόνων καταντάει ίσως και νοσταλγική ονειροπόληση.

Όμως πρέπει να ήταν όντως βαρύς εκείνος ο χειμώνας. Τον έκανε εξάλλου βαρύ ο σεισμός. Φλεβάρης και νύχτα. Σχεδόν μεσάνυχτα σείεται η γη. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο τρέμει από τα 6,6 Ρίχτερ που έρχονται από τις Αλκυονίδες νήσους του Κορινθιακού κόλπου. Είχε όντως παγωνιά εκείνη τη νύχτα. Η αναμονή της αυγής καταντάει βασανιστική Ο φόβος που προκαλεί η μανία της φύσης προκαλεί εγρήγορση και εναγώνια αναζήτηση ασφαλούς καταλύματος. Που να βρεθούν όμως ασφαλή καταλύματα σε μια συνοικία δίχως υποδομές, δημόσια κτίρια, χωρίς ούτε καν ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Που να βρεθεί η σιγουριά και η βεβαιότητα σε μια συνοικία κατοικημένη από πληθώρα βιοπαλαιστών, γεμάτη αυθαίρετα σπιτάκια χτισμένα πέτρα πέτρα που επιχειρούν να στεγάσουν το όνειρο για μια καλύτερη, πιο αξιοπρεπή ζ ή; Σε αυτή τη συνοικία η βεβαιότητα βούλιαζε σε μια νύχτα όπως τα πόδια βούλιαζαν στη λασπουριά των δρόμων όταν έβρεχε. Κι εκείνο το χειμώνα έβρεχε πολύ και η παγωνιά τρύπαγε το μεδούλι….

Πρόχειρες σκηνές και παραπήγματα. Ένας οργασμός εργασιών από ανθρώπους που κατείχαν τη δουλειά και δεν τη φοβόταν. Μέχρι υποτυπωδώς να στεγάσουν τις φαμελιές τους κι όταν ακόμη τα κουρασμένα από τον κάματο της μέρας και της νύχτας μέλη τους είχαν αποκάμει από την κούραση. Αυτοί εκεί, να συνεχίζουν. Τα παιδιά μετά το ξάφνιασμα, τον πανικό ή και το απρόσμενο ενός νυχτερινού ανταμώματος και παιχνιδιού με τους γείτονες και τους φίλους, να αναζητούν καταφύγιο. Μια ζεστή γωνιά, μια στοργική αγκαλιά για να πέσουν για ύπνο. Αποκαμωμένα κι αυτά αφού χοροπήδαγαν γύρω από τις φωτιές μέχρι το χάραμα.

Την άλλη μέρα δεν θα είχε σχολείο! Μα τι σχολείο; Τι ήταν το σχολείο της περιοχής; Ένα παλιό πτηνοτροφείο, κάπως ανασκευασμένο κι επιδιορθωμένο για τις ανάγκες της εκπαίδευσης στην περιοχή. Ο σεισμός τώρα το είχε πλήξει ανεπανόρθωτα. Ρωγμές στους τοίχους, ραγισμένες κολώνες, πεσμένοι σοβάδες. Έτσι κι αλλιώς ερείπιο ήταν το σχολείο πριν το χτυπήσει ο σεισμός. Ένα ερείπιο στο οποίο ωστόσο στεγάζονταν η φλόγα και το πάθος για τη μόρφωση όπως δασκάλευαν οι γονείς τότε τα παιδιά τους. Τα δασκάλευαν δίνοντας πάντα το παράδειγμα των δικών τους βασάνων. Του μόχθου της χειρωνακτικής εργασίας. Της αβεβαιότητας. Της φτώχειας και της στέρησης. Καμιά φορά τα δασκάλευαν και με το δικό τους παράπονο. Γιατί κάποτε τα πράγματα ήταν πολύ, μα πολύ χειρότερα και οι ίδιοι ενώ αγαπούσαν το σχολείο δεν τα κατάφεραν να προκόψουν. Για να ζήσουν έπρεπε από τα μικράτα τους να βγουν στη βιοπάλη. Να επιβιώσουν. Να περάσουν την Κατοχή. Να ζήσουν στον εμφύλιο, κάποιοι μάλιστα να κάνουν κι εξορία.

Αν και η εξορία ακόμη σε εκείνα τα μέρη κι εκείνη την περίοδο ήταν ακόμη κόκκινο πανί για κάποιους από τους δασκάλους. Οι τιμωρίες και η σκληρή συμπεριφορά σε παιδιά ανθρώπων που είχαν κάνει στη Μακρόνησο ήταν στην ημερήσια διάταξη. Σαν ένα σαδιστικό παιχνίδι της μετεμφυλιακής εποχής που συνεχιζόταν αμείωτο. Αν κι εκείνη τη χρονιά τα πρώτα βήματα «εκσυγχρονισμού είχαν γίνει με την κατάργηση της ποδιάς και την εισαγωγή του μονοτονικού.

Όλα αυτά δεν τα υπολόγιζε έτσι η παιδική ματιά. Τις δυσκολίες και τις αδικίες τις προσπερνούσε και τις επισκίαζε η αθωότητα που γεννάει η άγνοια της ηλικίας. Ακόμη και το γεγονός ότι η θέρμανση του παλιού σχολείου ήταν σχεδόν ανύπαρκτη με κάτι σόμπες πετρελαίου που ζέσταιναν μόνο τα δύο μπροστινά θρανία, γινόταν αμελητέο προς χάριν της παιδικής παρέας, του παιχνιδιού, της συντροφικότητας που ξεχείλιζε από εκείνον το μικρόκοσμο που ήξερα να μοιράζεται.

Ίσως κάπως έτσι γινόταν υποφερτό το κρύο. Η παγωνιά έσβηνε στα προαύλια με τα χαμόγελα. Αλλά ήταν στ΄ αλήθεια βαρύς εκείνος ο χειμώνας. Δεν είχε σχολείο για τις επόμενες ημέρες. Μέχρι να στηθούν κάτι τεράστιες στρατιωτικές σκηνές. Ανάμεσα σε έναν φυστικεώνα και τα ερείπια ενός εργοστασίου πυρομαχικών. Οι σκηνές θα έπαιζαν το ρόλο των τάξεων μέχρι το καλοκαίρι και το παιχνίδι στα προαύλια του παλιού πτηνοτροφείου θα το υποκαθιστούσε το κυνηγητό στα χαλάσματα και το κυνήγι άδειων καλύκων και σφαιρών. Καταλοίπων μιας εποχής που δεν ήταν και τόσο μακρινή.

Σε αυτές τις σκηνές πάσχιζε το όνειρο να ανθίσει παρά τις συνεχείς αναβολές. Οι βροχές του χειμώνα και της άνοιξης πότιζαν το χώμα, αλλά παράλληλα τρυπούσαν τις ανύπαρκτες στέγες των σκηνών εκείνου του παράξενου παιδικού καταυλισμού. Αν η βροχή ήταν δυνατή λιμνούλες σχηματίζονταν στα σημεία που οι σκηνές έμπαζαν νερό. Τα βαριά σύννεφα δημιουργούσαν μια κάπως παράξενη σκοτεινιά και το φως δεν έφτανε. Τα θρανία συγκεντρώνονταν σχεδόν όλα προς το κέντρο όπου ήταν πιο στεγνά και έτσι στα στριμωχτά και με υποτυπώδη θέρμανση γινόταν το μάθημα της τετάρτης Δημοτικού. Του τμήματος Δ1 του 9ου δημοτικού σχολείου του δήμου Αχαρνών.

Όμως και πάλι αυτή η γλυκιά προσμονή της ζεστασιάς του σπιτιού κι αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια του καθενός που τα συμπλήρωναν τα μυθιστορήματα του Ιούλιου Βερν ή τα άπαντα του Παπαδιαμάντη λειτουργούσαν ως επουλωτικά αντίδοτα των σκληρών συνθηκών που επέβαλε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Εκτάκτου ανάγκης γιατί όπως και σήμερα η πολιτεία και η απρόσωπη γραφειοκρατία αντιμετώπιζε τους ανθρώπους ως αριθμούς, λογιστικά αθροίσματα και μονάδες σε ένα σύνολο μαθηματικών πράξεων. Για να το πούμε απλούστερα η εργατική τάξη είχε καταδικαστεί και τότε και τώρα να ζήσει στην ανέχεια για να μη διαταραχθεί ο ρυθμός συγκέντρωσης του πλούτου από την ολιγαρχία.

Όπως είπαμε όμως όλα αυτά δεν μπορούσαν εύκολα να τα αντιληφθούν τα παιδικά μάτια. Γι αυτό συνέχιζαν να μοιράζονται ένα κουλούρι με το διπλανό τους, δάνειζαν τα μολύβια και τους μαρκαδόρους τους ή τα σύνεργα της γεωμετρίας και εκστασιάζονταν στις παρέες ακούγοντας παιδικά παραμύθια ή κλέβοντας κάτι από τις ιστορίες των μεγάλων…

Ευτυχώς τότε τα σπίτια δεν έπαθαν ζημιές. Ότι είχε χτιστεί πέτρα πέτρα με αγώνα, αγωνία και ιδρώτα συνέχισε να υπάρχει και μερικές φορές να επεκτείνεται. Το σχολείο την επόμενη σχολική χρονιά έφυγε από τις σκηνές και μετακόμισε στις μπαρουταποθήκες του εργοστασίου πυρομαχικών που είχαν μείνει γερές αλλά το ίδιο ήταν ένα κουφάρι που έμοιαζε με σωρούς ερειπίων. Ήρθαν και ξαναήρθαν δύσκολοι χειμώνες μέχρι να χτιστεί ένα κανονικό σχολείο για τα παιδιά εκείνης της γειτονιάς που διαρκώς μεγάλωνε και που πια είχε αποκτήσει και δρόμους με άσφαλτο αν και παρέμενε εκτός σχεδίου. Πέρασαν τριάντα και πλέον χρόνια. Οι υποδομές της χώρας αυξήθηκαν και οι τότε μαθητές είναι σήμερα γονείς. Σε όλες τις παλιές φτωχογειτονιές όχι μόνο δεν υπάρχει λάσπη το χειμώνα, αλλά πια δεν υπάρχουν ελεύθεροι χώροι για να παίξουν τα παιδιά.

Αλλά πιο βαρύ ακόμη κι από αυτό είναι ότι πια τα παιδία κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς δασκάλους. Χωρίς θέρμανση, χωρίς τα στοιχειώδη. Κινδυνεύουν να έχουν βιβλία αλλά να μην έχουν να πάρουν ούτε ένα κουλούρι. Κινδυνεύουν από τους υπουργούς που κλείνουν τα μάτια στα προβλήματα και αποδίδουν αβασάνιστα σε προπαγάνδα τις λιποθυμίες από ασιτία στα σχολεία. Κινδυνεύουν από την καταβύθιση στη φτώχεια και την ανέχεια, από την οικονομική κατάρρευση των νοικοκυριών. Κινδυνεύουν από την ασθένεια. Τη σωματική και την ψυχική.

Αν τη δεκαετία του ΄70 και του 80 έκαναν θραύση οι ψείρες σήμερα θερίζει η φυματίωση. Όλα αυτά, τι τραγική ειρωνεία, για να σωθεί η πατρίδα! Όπως θέλει να λέει η κυρίαρχη προπαγάνδα τη σωτηρία της πλουτοκρατίας και το μαρασμό της ελληνικής νεολαίας. Απ’ αυτό που κινδυνεύουν σήμερα τα παιδιά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι από τη στέρηση της ελπίδας. Κινδυνεύουν από ένα τόπο γεμάτο από εκτελεσμένα όνειρα στο όνομα μιας δημοσιονομικής εξυγίανσης και από τουφεκισμένες προσδοκίες για χάρη της ψευδεπίγραφης ανάπτυξης. Κινδυνεύουν από αυτά τα αόρατα χέρια από τα οποία στα παιδικά μας χρόνια δεν κινδυνέψαμε τόσο πολύ εμείς. Δεν μπορούμε όμως να επιτρέψουμε να συμβεί, για την ακρίβεια να το επιβάλλουν, στα παιδιά μας…

Μάκης Γεωργιάδης
ΧΙ – ΙΧ- 2012

…Κι ένα γράμμα του Δημήτρη Γληνού

Ίσως γι αυτό έχει μεγάλη αξία να διαβάσουμε όλοι και να θυμόμαστε τα λόγια αυτού του μεγάλου δασκάλου και κομμουνιστή. Τα λόγια του Δημήτρη Γληνού. Τα λόγια που έγραψε σε ένα γράμμα το 1932 για την νεολαία σε συνθήκες χρεωκοπίας και απίστευτης δυστυχίας και συμφορών για την εργατική τάξη. Τα λόγια τους ας είναι οδηγός σήμερα που ανοίγουν και πάλι τα σχολεία…


«Μέσα σ’ αυτή τη φοβερή στιγμή της παγκόσμιας κρίσης πλήθυνε το κακό, που ήτανε πάντα πολύ, μεγάλωσε η αθλιότητα των απαθλιωμένων ανθρώπων. Ο εργάτης, ο φτωχός αγρότης, ο μικροεπαγγελματίας, ο υπάλληλος ζούνε μέσα σε μια αδιάκοπη αγωνία. Από τη μια βλέπουνε το πενιχρό τους μεροδούλι να γίνεται κάθε μέρα λιγότερο, τη στιγμή που όλα ακριβαίνουν, ή βλέπουνε τα λιγοστά προϊόντα του ολόχρονου μόχθου τους να μένουν απούλητα ή να πουλιούνται σε τιμές εξευτελιστικές. Από την άλλη, κάθε μέρα κρούει την πόρτα τους το σκιάχτρο της αναδουλιάς με τη συντρόφισσά της , την πείνα. Και σ’ όσα σπίτια μπει μέσα το μεγάλο κακό ρημάζουνε πια.

Άγριος πόλεμος κοινωνικός έχει ξεσπάσει και οι πεινασμένοι διεκδικώντας τα πιο απλά δικαιώματά τους στη ζωή, γίνονται θύματα κι από τούτη την πλευρά. Μα απ’ όλους τους κυνηγημένους και τους απόκληρους τα τραγικότερα θύματα είναι τα παιδιά. Το παιδί του προλετάριου, το παιδί του φτωχού αγρότη, το εργαζόμενο παιδί, το παιδί του βιοπαλαιστή ήτανε πάντα σε θέση σκληρή και μειονεκτική. Μα τώρα έγινε πια η μοίρα του αβάσταχτη. Η φτωχή μάνα, που είναι υποχρεωμένη να δουλέβει από την αυγή ως τη νύχτα μακριά από το σπίτι της, αφήνει τα παιδιά της ολημερίς στο έλεος του δρόμου, του διαβάτη και της γειτόνισσας, τ’ αφήνει να κυλιούνται στη λάσπη και στο χώμα για να τους φέρει το βράδυ λίγο ψωμί, χωρίς να προφταίνει και χωρίς να μπορεί ούτε μια ματιά να τους ρίξει, σκοτωμένη καθώς είναι από την κούραση.

Κι αν η μάνα μένει στο σπίτι, πού να προφτάσει ο πατέρας ν’ αντικρίσει το έξοδο για τα παιδιά με το μικρό του μεροκάματο. Κι αν δεν έχει δουλειά ούτε η μάνα ούτε ο πατέρας, γιατί είναι άνεργος ή απεργός; Ξυπολυσιά και αρρώστια και πείνα και κρύο και ακαθαρσία και αμορφωσιά και βούρκος και βάσανα σωματικά και κόλαση ψυχική, είναι η μοίρα των φτωχών παιδιών. Διπλή και τριπλή εκμετάλλεψη, ξύλο και εξαθλίωση και εξαχρείωση γεμάτη είναι η ζωή του εργαζόμενου παιδιού. Το πικρότερο κατακάθι της προλεταριακής δυστυχίας αυτά το πίνουν, το μαρτυρικό στεφάνι αυτά το φορούν. Τα φτωχά παιδιά είναι των σκλάβων οι σκλάβοι, των πεινασμένων οι πεινασμένοι, των παγωμένων οι παγωμένοι, των άρρωστων οι άρρωστοι, των απόκληρων οι απόκληροι. Αυτά μπαίνουνε στην κόλαση με το πρώτο αντίκρισμα της ζωής. Την ηλικία της χαράς, της ξενοιασιάς και του γέλιου αυτά δεν τη γνωρίζουν.

Απέναντι στην απέραντη τούτη τραγωδία, που πλημμυρίζει τα σκοτεινά υπόγεια και τις υγρές αυλές μέσα στις πολιτείες, τα χαμόσπιτα των συνοικισμών και τις καλύβες της αγροτιάς σ’ όλη τη χώρα, η βοήθεια που η επίσημη και ιδιωτική φιλανθρωπία καταπιάνεται να δώσει δεν είναι ούτε σα σταγόνα νερού σε φλογισμένο καμίνι. Τα ελατήριά της άλλως τε δεν είναι καθαρά. Για να υπάρχει της χρειάζεται να υπάρχουνε θύματα. Ο φτωχός εργαζόμενος λαός που είναι το θύμα, και τα παιδιά που είναι διπλά θύματα, πρέπει να ζητήσουνε και να βρούνε τη βοήθεια και την απολύτρωση από τον ίδιο τον εαυτό τους.

Δεν πρέπει να περιμένουν τη σωτηρία τους από την άλλη πλευρά. Και του πιο αδύνατου η δύναμη διπλασιάζεται, όταν ενώσει τη λιγοστή του μπόρεση με την προσπάθεια των συντρόφων του. Όταν ο εργάτης , ο αγρότης, ο φτωχός εργαζόμενος λαός νιώσει μιαν ολοκληρωτική αλληλεγγύη να τον ενώνει με όλους τους συντρόφους του στη δυστυχία και μέσα στα σύνορα της χώρας κι όξω απ’ αυτή σ’ όλες τις χώρες της γης, και όταν κινηθεί ομόψυχα και ολόψυχα να βοηθήσει τον εαυτό του και τους άλλους, τότε θα βρει το δρόμο της ανακούφισης και της σωτηρίας. Αλληλεγγύη των δυστυχισμένων! Να το σύνθημα μιας καινούργιας δράσης, που μπορεί να φέρει τα πιο χειροπιαστά αποτελέσματα. Αλληλεγγύη οργανωμένη , ενεργητική ζωντανή, θετική και έμπραχτη, είναι ο πρώτος όρος της σωτηρίας.
Η εργατική τάξη, το πιο συνειδητό και το πιο οργανωμένο κομμάτι του εργαζόμενου λαού, πρέπει να βαδίσει πρώτη το δρόμο αυτό στην ολότητά της , απάνω από τα κόμματα και κάθε πολιτική διαίρεση.

Αλληλεγγύη και ενότητα. Και μαζί με τον εργαζόμενο φτωχό λαό πρέπει να βαδίσουν όσοι νιώθουν τον εαυτό τους αλληλέγγυο με κείνους, που αγωνίζονται για την απολύτρωση , όσοι νιώθουν και όσοι πονούν. Ελάτε να βοηθήσουμε τα παιδιά! Ελάτε να οργανώσουμε την αλληλεγγύη σε τούτο τον τομέα. Να βοηθήσουμε το ξύπνημα και τη συνειδητοποίηση της αλληλεγγύης, να βοηθήσουμε να φανερωθεί έμπραχτα στο πρόβλημα του φτωχού παιδιού. Η αλληλεγγύη των εργαζομένων κάνει θάματα. Μα και το πιο μικρό βήμα που μπορεί να γίνει απάνω σε τούτο το σωστό δρόμο, θα έχει τεράστια σημασία. Γιατί θα ξυπνήσει τη συνείδηση του σκοτεινού δρόμου σε χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους. Όσοι μπορούν , όσοι θέλουν , όσοι νιώθουν , ας κινηθούν. Τώρα είναι η στιγμή. Κάθε μέρα που περνάει θέτει τα προβλήματα οξύτερα και επιταχτικότερα. Ο αγώνας για τα δικαιώματα του παιδιού του εργαζόμενου λαού είναι ένας ευγενικός αγώνας.

Άς έρθουνε μαζί μας, όσοι θέλουνε να προσφέρουνε και τις πιο μικρές υπηρεσίες στο μεγάλο τούτο έργο. Η βοήθειά τους θα είναι πολύτιμη. Μια οργανωτική επιτροπή πρέπει να πάρει στα χέρια της το ζήτημα αμέσως. Μια εντατική δουλειά πρέπει ν’ αρχίσει, που θα ξυπνήσει, θα φωτίσει θα κινητοποιήσει μάζες και που πριν απ’ όλα θα διοργανώσει έμπραχτη αλληλεγγύη , θα δώσει άμεση βοήθεια για το παιδί.
Ας γράψουνε σε μένα, όσοι επιθυμούν να συνεργαστούν στην «Παιδική Βοήθεια»

Αθήνα Δεκέμβρης 1932
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ

http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2012/09/terra-incognita_11.html


el gato (admin)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ