Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε ποτέ διότι ζούμε την εποχή των μαχών. Των προσωπικών μαχών. Η απότομη αλλαγή της ζωής μας και των συνήθειών μας μάς έκανε καταρχάς να ψάχνουμε να βρούμε τον φταίχτη. Τον βρήκαμε στα πρόσωπα των πολιτικών καρικατούρων που αιώνες κυβερνούσαν ζωές σαν τις δικές μας. Οργιστήκαμε μαζί τους. Η αλήθεια είναι ότι θέλαμε να τους κόψουμε τα λαρύγγια και να κρεμάσουμε τα κουφάρια τους ανάποδα στην πλατεία Συντάγματος.
Μετά όμως ξαφνικά είδαμε ότι η καθολική οργή άρχισε να διασπάται εντέχνως από το ίδιο το σύστημα σε κόμματα αναχώματα τραβεστί αριστεράς, σε κόμματα παρακρατικά, σε κόμματα νοικοκυραίων δεξιών και σε ανένταχτους που τα δίνουν όλα να γίνουν ένα ποσοστό καλό σε κάθε εκλογική αναμέτρηση με την ελπίδα συμμετοχής σε έναν πολιτικό συνασπισμό. Και εκεί άρχισε να ξεφουσκώνει η οργή για το πολιτικό σύστημα και άρχισε η οργή για τον παλαμακιστή του κάθε κακομοίρη που θέλει να σε κυβερνήσει χωρίς να ξέρει πώς, αλλά δεν τον ενδιαφέρει και πολύ διότι όπως πάντα τον τρόπο διακυβέρνησης θα τον πάρει έτοιμο σε χαρτί από το ανάλογο διεθνές σύστημα που θα τον χρηματοδοτήσει.
Η οργή πέρασε στο βλέμμα που ρίχνει ο καθένας μας σε εκείνον που δεν έχασε τίποτε το ουσιαστικό και πάνω από όλα έχει κόμμα να υπερασπιστεί. Η οργή έγινε ένα μεγάλο ερωτηματικό για αυτούς που αδίκως έχασαν και χάνουν τα πάντα αν και πάλεψαν σκληρά να τα αποκτήσουν. Δεν είναι και μικρό πράγμα να σε σέρνουν με χειροπέδες για ένα χρέος που σου επέβαλλαν και την ίδια στιγμή ο άεργος τεμπέλης της ζωής να πίνει τον καφέ του παρακολουθώντας την δική σου κατάντια κάνοντας παράπονα για το επίδομα που το θεωρούσε όχι επίδομα αλλά δικαίωμα. Και η οργή βρήκε τον στόχο. Υπεύθυνος για την κατάντια, την ανεργία, την αυτοκτονία είναι ο διπλανός.